Επιστημονική Εκλαΐκευση και Ηγεμονική Ιδεολογία

του Κώστα Γαβρόγλου

Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μία αλλαγή έμφασης στα θέματα της επιστημονικής εκλαΐκευσης: από μία διαδικασία όπου «όσοι γνώριζαν» διαφώτιζαν όσους «δεν γνώριζαν», η επιστημονική εκλαΐκευση θεωρείται πια ότι είναι μέρος ενός ολόκληρου πλέγματος διαδικασιών που έχουν σχέση με την κυκλοφορία και την επικοινωνία της γνώσης.[1] Στη νέα προβληματική, δεν επικεντρωνόμαστε τόσο στα γνωστικά στοιχεία που μεταδίδονται ή τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες που επιβάλλει μια “επιτυχημένη” εκλαϊκευτική απόπειρα, αλλά τους περίπλοκους τρόπους με τους οποίους η κοινωνία έρχεται σε επαφή με την επιστήμη και με την επιστημονική κουλτούρα.

Έχει ενδιαφέρον για τους ιστορικούς των επιστημών να μελετήσουν πώς η επιστημονική εκλαΐκευση συμβάλει στην οικειοποιήση της επιστημονικής κουλτούρας από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Και αυτό γιατί ανεξάρτητα από το εάν αναφερόμαστε στην επιστημονική κουλτούρα ή στην επιστήμη ως τμήμα της κουλτούρας, πρέπει να μας είναι σαφές ότι μιλάμε για κοινωνικές σχέσεις, για σχέσεις εξουσίας: Μιλάμε για τους τρόπους με τους οποίους διαφορετικές (επιστημονικές) κοινότητες κατασκευάζουν ακροατήρια και συμμάχους μέσα από την επιστημονική εκλαΐκευση.

Αρκεί, όμως, μόνο αυτό; Εξαντλείται το θέμα της επιστημονικής εκλαΐκευσης στη διερεύνηση των κοινωνικών σχέσεων που δημιουργούνται μέσα από τις απόπειρες κατασκευής συμμάχων και ακροατηρίων; Παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, θα ήθελα να θίξω ένα θέμα που συνήθως αγνοείται: το πρόβλημα της ιδεολογίας.

· Πώς μπορεί κανείς να μελετήσει την “παρουσία” της ιδεολογίας στην εκλαϊκευμένη επιστημονική γνώση;

· Πώς η ιδεολογία όσων επικοινωνούν τη γνώση αποτυπώνεται στη γνώση που επικοινωνούν;

· Με ποιους τρόπους η ιδεολογία επηρεάζει τους τρόπους κυκλοφορίας, τις υλικότητες μέσα από τις οποίες επιτυγχάνεται μία τέτοια κυκλοφορία της γνώσης;

· Πώς αλληλεπιδρά αυτή η υλικότητα με την ιδεολογία;

· Υπάρχουν ενδείξεις ότι η επικοινωνία της κουλτούρας της επιστήμης και η ιδιοποίηση της αποτελούν μέρη των διαδικασιών επιβολής και παραπέρα ενδυνάμωσης της ηγεμονικής ιδεολογίας;

· Και αν ναι, με ποιους τρόπους οι διαφορετικές μορφές κυκλοφορίας της γνώσης συμβάλλουν στην επανανοηματοδότηση της ηγεμονικής ιδεολογίας;

Θα ήταν, νομίζω, αποπροσανατολιστικό να αρχίσουμε να συζητάμε για τι ακριβώς εννοούμε με ιδεολογία σε αυτό το πλαίσιο. Ο στόχος δεν είναι η θεωρητική συζήτηση περί ιδεολογίας, αλλά η διερεύνηση ενός διαφορετικού πλέγματος ερωτημάτων: με δεδομένο ότι υπάρχει μία κυρίαρχη ιδεολογία που (ανα)παράγει τρόπους θέασης του κόσμου και αξιακά συστήματα, ποιος είναι τελικά ο ρόλος της επιστήμης στην ενίσχυση αυτής της ιδεολογίας; Η υπόθεση μας εδώ είναι ότι η επιστημονική εκλαΐκευση αποτελεί έναν από τους βασικούς τρόπους παραπέρα εδραίωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας, μιας ιδεολογίας που δεν είναι ούτε ομογενοποιημένη, ούτε και όλα τα μέλη μιας κοινωνίας την υιοθετούν με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Παρ’όλα αυτά υπάρχει ένας πυρήνας αξιών, αντιλήψεων, πεποιθήσεων, ερμηνειών και ηθικών επιταγών, που αποτελούν το κοινό υπόστρωμα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών. Και αυτός ο πυρήνας, για να μπορέσει να επιβιώσει πρέπει συνεχώς να αναπαράγεται, να επανανοηματοδείται και να νομιμοποιείται. Η επιστημονική εκλαΐκευση φαίνεται να παίζει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο σε αυτές τις διεργασίες.

Η έννοια της ηγεμονικής ιδεολογίας αναπτύχθηκε από τον Antonio Gramsci (1891-1937). Κατά την άποψη του σε κάθε ιστορική περίοδο η κοινωνική σταθερότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά και μόνο μέσα από τον κοινωνικό έλεγχο που επιβάλλουν κρατικοί θεσμοί. Η κοινωνικοπολιτική σταθερότητα χρειάζεται και άλλους μηχανισμούς επιπρόσθετου καταναγκασμού. Αυτή η προβληματική οδήγησε στη σκέψη για το πώς η κοινωνία με τους θεσμούς της όπως είναι η εκπαίδευση, η θρησκεία και η οικογένεια αλλά και οι μικροδομές της όπως είναι οι καθημερινές πρακτικές, συμβάλλει στην παραγωγή νοήματος και αξιών, που “εξασφαλίζουν” την παραπέρα συναίνεση των κοινωνικών στρωμάτων.[2]

Φαίνεται ότι η πολιτιστική ηγεμονία, η αποδοχή και συναίνεση γύρω από τα στοιχεία που αποτελούν αυτήν τη ηγεμονία από ένα μεγάλο φάσμα κοινωνικών ομάδων, είναι αυτό που συμβάλλει στην κοινωνική σταθερότητα. Αλλά μία τέτοια ηγεμονία δεν μπορεί να συντηρηθεί εκτός και αν επαναδιατυπώνεται συνεχώς και επανανοηματοδοτείται μέσα από την διαπραγμάτευση της με άλλες, ανταγωνιστικές ιδεολογίες. Όσοι διεκδικούν την ηγεμονία είναι υποχρεωμένοι να επινοούν νέους τρόπους για να επιχειρηματολογήσουν ως προς τo κύρος και την αυθεντία της συγκεκριμένης ιδεολογίας τους. Φαίνεται πως η επιστημονική εκλαΐκευση αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις τρόπους μέσα από τους οποίους η κυρίαρχη ιδεολογία αναβαπτίζεται και αφομοιώνεται.

Η σχέση ανάμεσα στην επιστημονική εκλαΐκευση και την ηγεμονική ιδεολογία πρέπει να συζητηθεί μέσα στο πλαίσιο των συγκλονιστικών αλλαγών που έχουν επέλθει στην επιστημονική πρακτική τα τελευταία 25 χρόνια. Μάλιστα η προσπάθεια να εδραιωθεί η αντίληψη ότι οι κοινωνίες και οικονομίες της γνώσης είναι κάτι καινούργιο και πρωτότυπο και το ότι αυτό το οφείλουμε στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, έγινε σε έναν μεγάλο βαθμό μέσα από την επιστημονική εκλαΐκευση. (Δεν μιλάμε μόνο για τις φυσικές επιστήμες, αλλά και για τις κοινωνικές, κυρίως για τα οικονομικά). Το ότι οι οικονομίες της γνώσεις δεν είναι κάτι το καινούργιο είναι σαφές. Σίγουρα από τις αρχές του 19ου αιώνα έχουμε κάποιο τέτοιο είδος, αλλά η εδραίωση του νεολογισμού στις μέρες της παγκοσμιοποίησης διευκολύνθηκε πολλαπλά μέσα από την επιστημονική εκλαΐκευση και τη συνεχή προβολή του ρόλου των καινοτομιών, των νέων προϊόντων, η συζήτηση ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της τεχνοεπιστήμης και των συνεχώς διευρυνόμενων σχέσεων ανάμεσα στα πανεπιστήμια και την βιομηχανία.

Ορισμένα στοιχεία των αλλαγών που έχουν επέλθει στις επιστήμες τα τελευταία 30-35 χρόνια:

· Η μεγάλη συμβολική σημασία της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ 1980, Diamond v. Chakrabarty, 5–4 ψήφοι, για πατέντα ζώντων οργανισμών και την ίδια χρονιά ο νόμος Bayh-Dole που έδινε το δικαίωμα στα πανεπιστήμια να μπορούν να πατεντάρουν και να αξιοποιούν καινοτομίες που είχαν επινοηθεί μέσα από δημόσια χρηματοδότηση.

· Πειράματα όπως αυτά στο CERN αλλά όχι μόνο, και το πρόβλημα της επαναληψημότητας που αποτελεί την ακρογωνιαία λίθο της επιστημονικής πρακτικής από τον 17ο αιώνα.

· Όλο και περισσότεροι δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στα πρωτογενή αποτελέσματα της έρευνας συναδέλφων τους.

· Μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες μέσα από δικές τους αξιολογήσεις σταματούν πειράματα που χρηματοδοτούν σε μεγάλα πανεπιστημιακά εργαστήρια πριν ολοκληρωθούν τα πειράματα, με ολέθριες επιπτώσεις στο προφίλ των νέων ερευνητών.

· Η μαθηματική μοντελοποίηση αρχίσει να γίνεται ο κυρίαρχος τρόπος να βρούμε την αλήθεια. Τεράστιο ενδιαφέρον έχουν τα διάφορα τραπεζικά ή χρηματοοικονομικά προϊόντα και τα οποία κατασκευάζονται και νομιμοποιούνται μέσα από ιδιαίτερα σύνθετες κοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες.

Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι η καταγγελία των νέων πρακτικών, ούτε και ο επανακαθορισμός των πνευματικών δικαιωμάτων, αλλά η συζήτηση για το εάν οι μερτονιανές αρχές [καθολικότητα, κοινοτικότητα, αμεροληψία και οργανωμένος σκεpτικισμός] συνεχίζουν να είναι έγκυρες ως περιγραφικό και εν μέρει ερμηνευτικό πλαίσιο της επιστήμης όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον 17ο αιώνα.[3]

Ας επανέλθουμε στη σχέση ανάμεσα στην επιστημονική εκλαΐκευση και την ηγεμονική ιδεολογία. Ένας από τους πιο συνήθεις στόχους της επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι να μειώσει το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα στους “γνώστες” και τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. Λειτουργώντας ως ένας διαμεσολαβητικός λόγος ανάμεσα σε διαφορετικές υπάλληλες κουλτούρες, ο στόχος της επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι να γεφυρώσει χάσματα, να ενισχύσει την αίσθηση ισότητας απέναντι στη γνώση όλων των πολιτών, να μεταδώσει την δύναμη της επιστήμης και τις πολλές δυνατότητες που υπάρχουν για την μόρφωση των μαζών. Αυτή, όμως, η διαδικασία δεν μεταφέρει μόνο “αντικειμενική” και “χρήσιμη” γνώση. Η πεποίθηση ότι το εγχείρημα αυτό καθεαυτό θα επιφέρει ένα είδος ισότητας απέναντι σε ένα συγκεκριμένο είδος γνώσης μέσα από την επιστημονική εκλαΐκευση, είναι ένα πολιτικό και ιδεολογικό εγχείρημα. Ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ταυτοχρόνως και ένα εγχείρημα ώστε να εμποτιστούν τα ακροατήρια με μία συγκεκριμένη ιδεολογία, συχνά την ιδεολογία της ουδέτερης επιστήμης που μπορεί να επιφέρει λύσεις σε όλα τα προβλήματα μας, αρκεί όλοι να έχουμε την κατανοούμε ώστε να μπορούμε να την αξιοποιήσουμε. Ακόμη χειρότερα: η ιδεολογία ενός τέτοιου εγχειρήματος μεταφέρει την πεποίθηση ότι τα κοινωνικά και συχνά προσωπικά προβλήματα αντιμετωπίζονται μονάχα μέσα από τεχνικού χαρακτήρα λύσεις, είτε αυτά είναι μαθηματικά μοντέλα είτε είναι φάρμακα. Έτσι εδραιώθηκε η τεχνοκρατία –που αποτελεί μία από τις βασικές παραμέτρους της κυρίαρχης ιδεολογίας– και μάλιστα με τη συνδρομή πολλών μαρξιστών, πολλοί από τους οποίους συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η επιστήμη είναι ουδέτερη και το σημαντικό είναι να εφαρμόζεται υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. Με αποτέλεσμα, η όποια πολιτική και ιδεολογική διαμάχη γύρω από την επιστήμη να επικεντρώνεται στην εφαρμογή της επιστήμης (κάτι καθόλου ευκαταφρόνητο, προφανώς) και όχι στις διαδικασίες παραγωγής της και οι οποίες εν μέρει έστω, καθορίζουν τους τρόπους εφαρμογής της.

Η προσπάθεια να κλείσει το γνωσιακό χάσμα, και η πεποίθηση ότι υπάρχει ένα είδος γνώσης που θα πρέπει να μοιράζονται όλοι, είναι προφανές ότι είναι ένα εγχείρημα γεμάτο πολιτικές και ιδεολογικές συνδηλώσεις. Η προσπάθειες να γεφυρωθούν τέτοιου είδους χάσματα ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, ουσιαστικά αποτελούν τρόπους νομιμοποίησης συγκεκριμένων σχέσεων εξουσίας μεταξύ των ελίτ και άλλων κοινωνικών ομάδων. Μέσα από την επιστημονική εκλαΐκευση επιτυγχάνεται η πολιτική επεξεργασία, η κοινωνική οικειοποίηση του κύρους και της αυθεντίας της επιστήμης. Έτσι, η άρρητη ατζέντα μεγάλου τμήματος της επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι ότι όλη η κοινωνία θα έχει όχι μόνο την ίδια γνώση αλλά και τις ίδιες αξίες για την σημασία αυτής της γνώσης. Και αυτό αποτελεί μία άλλη διάσταση της ηγεμονικής ιδεολογίας.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 υπήρξαν σοβαρές αλλαγές και νέα φαινόμενα στον κόσμο που άρχισαν με πολλούς τρόπους να αλλάζουν τις πρακτικές των επιστημόνων, αλλά και τις αξίες που μέχρι τότε ήταν σύμφυτες με τις επιστήμες. Πρώτα η περιβαλλοντική και στη συνέχεια η ενεργειακή κρίση άρχισαν να απειλούν την τεχνοκρατία. Η βασική της θέση ότι περισσότερη επιστήμη θα λύσει τα όποια προβλήματα και θα επιφέρει μεγαλύτερη πρόοδο, δεν ακούγονταν τόσο πειστική όσο πριν από μία δεκαετία. Όταν ο πόλεμος του Βιετνάμ τελείωσε το 1975 αναδείχθηκαν δύο πράγματα που έκτοτε σημάδεψαν την πορεία της επιστήμης: Το πρώτο ήταν ότι μία χώρα ηττήθηκε χωρίς να χρησιμοποιήσει το πιο δυνατό της όπλο, και το οποίο είχε προβληθεί ότι συμπύκνωνε τον θρίαμβο της επιστήμης. Το δεύτερο ήταν ή καταλυτική κριτική πολλών επιστημόνων σε άλλους επιστήμονες για τη συμμετοχή τους σε πολεμικά προγράμματα. Η επιστημονική κοινότητα δεν ήταν πια η ομογενοποιημένη κοινότητα της μεταπολεμικής περιόδου. Βέβαια το πρόβλημα του αφοπλισμού είχε δημιουργήσει αρκετά προβλήματα ανάμεσα στους επιστήμονες αμέσως μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτά όμως τα προβλήματα είχαν σχέση με την πολιτική αντιμετώπισης της Σοβιετικής Ένωσης και δεν δημιούργησαν ρήγματα ως προς τις αντιλήψεις για τους τρόπους παραγωγής της επιστημονικής γνώσης, των ηθικών αξιών που αποτυπώνονται στις επιστήμες κτλ. Ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι πολύμορφες αντιδράσεις που προκάλεσε ανάμεσα στους επιστήμονες, υπήρξαν καταλυτικές στη διαμόρφωση νέων σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στους επιστήμονες και, άρα, άρχισε να αλλάζει ριζικά και η άσκηση πολιτικής στους ακαδημαϊκούς χώρους.

Η περιβαλλοντική και ενεργειακή κρίση μαζί με την ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ έφερε στο δημόσιο χώρο νέες ομάδες επιστημόνων, πολλοί από τους οποίους άσκησαν έντονη κριτική για τους τρόπους άσκησης της επιστήμης. Στη δεκαετία του 1970 διαμορφώθηκαν νέα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης, υπήρξαν νέοι προβληματισμοί γύρω από την πρόοδο και τις ηθικές υποχρεώσεις των επιστημόνων. Σιγά σιγά άρχισε να διαμορφώνεται μία νέα θέαση της επιστήμης και των δυνατοτήτων της. Η πεποίθηση ότι περισσότερη επιστήμη και περισσότερη τεχνολογία θα είναι η λύση στα προβλήματα άρχισε να παραχωρεί τη θέση της στην άποψη ότι η επιστήμη και η τεχνολογία μπορεί να είναι μέρος των προβλημάτων και όχι των λύσεων. Υπήρξαν βαθιές ρήξεις ανάμεσα στους επιστήμονες και η “επιστήμη” μπήκε σε μία περίοδο σοβαρότατης κρίσης. Άρχισε να υπονομεύεται το κύρος και η αξιοπιστία της. Η τεχνοκρατία έπαψε να είναι εκείνη η ηγεμονική ιδεολογία που δεν αντιμετώπιζε καμία πρόκληση. Συνεχίζει, βέβαια, να παίζει έναν κυρίαρχο ρόλο, τραυματισμένη, όμως, και η θέση της, όμως, ως μέρος της ηγεμονικής ιδεολογίας άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο επισφαλής.

Φαίνεται ότι μία από τις παραμέτρους της ηγεμονικής ιδεολογίας είναι να υπονοεί ουτοπίες και οι ουτοπίες είναι ταυτισμένες με ηγεμονικές ιδεολογίες. Η εκτεταμένη επιστημονική εκλαΐκευση μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε και μία άλλη διάσταση. Τη διαμόρφωση και νομιμοποίηση μιας ουτοπίας. Ήταν η ουτοπία ενός κόσμου με φτηνή και χωρίς όρια ενέργεια. Και γνωρίζουμε ότι οι ουτοπίες είναι ιδεολογικές κατασκευές. Η επιστημονική εκλαΐκευση φαίνεται να παίζει έναν αποφασιστικό ρόλο στην παραπέρα σύσφιξη αυτής της σχέσης ανάμεσα στην ουτοπία και την ηγεμονική ιδεολογία. Ιστορικά η επιστημονική εκλαΐκευση αρθρώνει τα χαρακτηριστικά της ουτοπίας η οποία χρησιμοποιείται για την παραπέρα εδραίωση της ηγεμονικής ιδεολογίας, και όσο αυτή εδραιώνεται, τόσο πιο δημοφιλής γίνονται οι ουτοπίες, και συνεχίζουν να ενισχύονται από την επιστημονική εκλαΐκευση.

Έτσι η επιστημονική εκλαΐκευση, η ουτοπία, και η κυρίαρχη ιδεολογία φαίνεται να είναι σε αλληλεξάρτηση.

Η ουτοπία της φτηνής και ανεξάντλητης ενέργειας έπρεπε συνεχώς να αναβαθμίζεται και ο μόνος τρόπος να συνεχίζει να νομιμοποιείται ήταν μέσα από συγκεκριμένες επιτυχίες. Ο αριθμός αυτών των επιτυχιών άρχιζε να μειώνεται, και οι κρίσεις της δεκαετίας του 1970, άρχισαν να ωθούν την ουτοπία αυτή στο περιθώριο και την αντικατάσταση της με άλλην. Με πολιτισμικούς όρους η φυσική και το άτομο δεν είχαν πια την απαραίτητη αξιοπιστία ώστε να συνεχίσουν να έχουν εκείνο το κύρος που ήταν αναγκαίο για την ενίσχυση της κυρίαρχης ιδεολογίας. Εκείνο που με τόσο κόπο είχε κατασκευαστεί μετά την λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου έπρεπε να αλλάξει. Σιγά σιγά η βιολογία και το γονίδιο αντικατέστησε τη φυσική και το άτομο. Η νέα ουτοπία όριζε έναν κόσμο χωρίς ασθένειες και με απεριόριστη παραγωγή τροφών.

Η βιολογία — η κοινωνική πρόσληψη των “θαυμάτων” της μοριακής βιολογίας– δημιούργησε την αίσθηση ότι όλα “κρύβονται” στα γονίδια και εδραίωσε μία αναγωγιστική πεποίθηση για τα πράγματα. Παρά το γεγονός ότι πολλοί βιολόγοι δήλωναν ότι δεν πρέπει κανείς να αποτιμάει την λειτουργία ενός γονιδίου ανεξάρτητα από την λειτουργία όλων των άλλων, η τόσο ευρεία επιστημονική εκλαΐκευση της μοριακής βιολογίας καλλιέργησε ένα κλίμα υπέρ του αναγωγισμού. Η μοριακή βιολογία στη κοινωνική συνείδηση ταυτίστηκε με τον αναγωγισμό, επηρεάζοντας ακόμη και το λεξιλόγιο μας όπου σε πολλά δημόσια κείμενα κυριαρχεί η αντίληψη ότι «όλα εδράζονται στο DNA μας.» Ο αναγωγισμός δεν έμεινε απλά μία μεθοδολογική ή φιλοσοφική κατηγορία, με τα χρόνια έγινε μέρος της ιδεολογίας, έγινε μία ιδεολογική κατηγορία. Όσο, λοιπόν, ο αναγωγισμός αποκτούσε έναν ιδεολογικό χαρακτήρα, οι διαδικασίες εκλαΐκευσης που έδιναν έμφαση στον αναγωγισμό έγιναν οι ίδιες μέρος αυτού του ιδεολογικού εγχειρήματος.

Ένα από τα ενδιαφέροντα προβλήματα σήμερα, είναι το τι αποτελούν κείμενα επιστημονικής εκλαΐκευσης. Δεν θα ήθελα να αναλύσω αυτό το πρόβλημα αλλά να επικεντρωθώ σε μία συγκεκριμένη κατηγορία αυτών των κειμένων. Είναι τα κείμενα που δημοσιεύονται σε επαγγελματικά περιοδικά αλλά δεν απευθύνονται στα μέλη μιας συγκεκριμένης επιστημονικής κοινότητας όπως είναι τα πιο εξειδικευμένα άρθρα που δημοσιεύονται στο ίδιο περιοδικό. Σε πολλά περιοδικά (όπως στο Bulletin of Atomic Scientists, Nature, Science και Scientific American) επιπλέον των εξειδικευμένων άρθρων υπάρχουν άρθρα που απευθύνονται σε ένα πολύ μεγαλύτερο ακροατήριο και σε μία πολύ πιο ετερογενή επιστημονική κοινότητα από αυτήν που διαβάζει τα εξειδικευμένα άρθρα: τα κείμενα αυτά είναι τα άρθρα της σύνταξης, άρθρα περί επιστημονικής πολιτικής, κείμενα επισκόπησης, νεκρολογίες, ειδήσεις κτλ. Σίγουρα δεν είναι εκλαϊκευτικά άρθρα με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά παίζουν ακριβώς τον ίδιο ρόλο: παρουσιάζουν την κατάσταση που βρίσκεται μία συγκεκριμένη ειδικότητα, παρουσιάζουν ερευνητικά προγράμματα, συζητούν στρατηγικές χρηματοδότησης, εντοπίζουν υπερβολές κοκ.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα μέρος από το έργο του James Fowler, ένος ερευνητή που είχε αναγορευτεί από το περιοδικό Foreign Affairs[4] ως ένας από τους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στα κοινά και ο οποίος έχει θέση καθηγητή σε δύο Τμήματα –Ιατρικής και Πολιτικής Επιστήμης– του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο.[5]

Σε ένα άρθρο στο περιοδικό American Political Science Review με τίτλο “Genetic Variation in Political Participation”, ο Fowler και οι συνεργάτες του καταπιάνονται με το πρόβλημα του πώς αποφασίζει κανείς να ψηφίσει. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «τα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό όσων εμφανίζονται να ψηφίζουν μπορούν να αιτιολογηθούν με βάση τα γονίδια…Τα αποτελέσματα μπορούν να επεκταθούν και σε άλλες πολιτικές δράσεις…Μελλοντική έρευνα θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ταυτοποίηση των γονιδίων που παίζουν ρόλο στην πολιτική συμπεριφορά.»[6] Σε άλλο τους άρθρο στο περιοδικό Journal of Politics με τίτλο “Two Genes Predict Voter Turnout” οι Fowler and Dawes ισχυρίζονται ότι δείχνουν πως «άτομα που έχουν μία πολυμορφία του γονιδίου ΜΑΟΑ είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να ψηφίσουν στις προεδρικές εκλογές του 2004. …Αυτό είναι τα πρώτα αποτελέσματα που συνδέουν συγκεκριμένα γονίδια με πολιτική συμπεριφορά.»[7]

Το περιοδικό Science είναι ένα από τα περιοδικά (μαζί με το Nature) που έχει τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα ανάμεσα στους επιστήμονες, μιας και δεν έχει μόνο άρθρα για ειδικούς, αλλά πολλές ειδήσεις μαζί και με άρθρα επιστημονικής πολιτικής. Το περιοδικό που εκδίδεται κάθε εβδομάδα, διαβάζεται κατά τις εκτιμήσεις πολλών, από περισσότερους από ένα εκατομμύριο αναγνώστες. Στο άρθρο τους το 2008, στη στήλη Perspectives και με τίτλο “Biology, Politics, and the Emerging Science of Human Nature,” οι Fowler και Schreiber, επιχειρούν να συνθέσουν τις κατευθύνσεις στις έρευνες του εγκεφάλου και της πολιτικής επιστήμης. Παραθέτουμε αυτούσιο το σημαντικότερο κομμάτι του άρθρου τους: “Τα τελευταία 50 χρόνια οι βιολόγοι έχουν μάθει πολλά για τους λειτουργίες του εγκεφάλου και της γονιδιακής βάσης αυτών των λειτουργιών. Την ίδια περίοδο, οι πολιτικοί επιστήμονες μελετούσαν την επίδραση του κοινωνικού και θεσμικού περιβάλλοντος στις πολιτικές αντιλήψεις των μαζών. Η κάθε μία από αυτές τις ειδικότητες έχει τους δικούς του περιορισμούς που μπορούν να αντιμετωπιστούν μονάχα με μία συνεργασία. Προτείνουμε μία νέα επιστήμη, την επιστήμη της ανθρώπινης φύσης που θα μπορεί να διαμορφωθεί με τη συνεργασία των βιολόγων και των πολιτικών επιστημόνων.»[8] Αντίστοιχη επιχειρηματολογία αναπτύσσεται και στο άρθρο «Computational Social Science» ένα χρόνο αργότερα πάλι στο τεύχος της 5ης Φεβρουαρίου, 2009 του περιοδικού Science.

Τα άρθρα αυτά έχουν ανάλογη ατζέντα με αυτά της επιστημονικής εκλαΐκευσης: παρουσιάζουν νέα ερευνητικά αποτελέσματα αλλά και διαμορφώνουν νέες ερευνητικές ατζέντες, δημιουργούν συμμαχίες, παρεμβαίνουν στην πολιτική κτλ. Με άλλα λόγια τέτοια άρθρα αποτελούν τμήμα του αγώνα για ιδεολογική ηγεμονία ως προς τον καθορισμό του χαρακτήρα των κοινωνικών προβλημάτων και του είδους των λύσεων που θα προταθούν. Στις παραπάνω περιπτώσεις, ο ρόλος του κοινωνικού περιβάλλοντος ελαχιστοποιείται και ακόμη και αν οι επιστήμονες που προβάλλουν τέτοιες έρευνες γράφουν ότι τα αποτελέσματα αυτά θα πρέπει να συνυπολογιστούν με τις επιπτώσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, η γενικότερη πρόσληψη των ερευνών εντείνει μία αναγωγιστική ανάγνωση ενός συνόλου κοινωνικών συμπεριφορών.

Στις διαδικασίες επιστημονικής εκλαΐκευσης εμπλέκονται δύο είδη ιδεολογιών. Η μία είναι αυτή που εκφράζεται με το ίδιο το εγχείρημα της εκλαΐκευσης. Η άλλη σχετίζεται με τη ιδεολογία που είναι εγγεγραμμένη στο είδος της επιστήμης που εκλαϊκεύεται, στο είδος του επιστημονικού λόγου που επικοινωνείται. Ας σημειώσουμε ότι ενώ το πρώτο είδος που σχετίζεται με το εγχείρημα της εκλαΐκευσης είναι εύκολα αναγνωρίσιμο, το δεύτερο που σχετίζεται με το περιεχόμενο όσων εκλαϊκεύονται είναι θολό και σχεδόν πάντοτε αγνοείται λόγω της πεποίθησης για την ουδετερότητα της επιστήμης. Η ηγεμονική ιδεολογία δεν έχει ένα στατικό και μη μεταβαλλόμενο πλαίσιο ιδεών. Χρειάζεται μία συνεχής «αναβάθμιση» ώστε η συγκεκριμένη ιδεολογία να μπορεί να συντηρηθεί και να ενισχυθεί. Η επιστημονική εκλαΐκευση, ή μάλλον η ιδεολογία της εκλαΐκευσης είναι ένας από τους τρόπους που επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο. Και με αυτόν τον τρόπο η εκλαΐκευση της ιδεολογίας επηρεάζει με τη σειρά της την ιδεολογία της εκλαΐκευσης.


[1] Roger Cooter, Stephen Pumphrey, “Separate Spheres and Public Places: Reflections on the History of Science Popularisation and Science in Popular Culture”, History of Science, 1994, 32: 237-67. Jim Secord, “Knowledge in Transit”, Isis 2004, 95: 654-672.

[2] Agustí Nieto-Galan “Antonio Gramsci revisited: Historians of science, intellectuals, and the struggle for hegemony,” History of Science 2011, 49: 453-478. Renate Holub, Antonio Gramsci. Beyond Marxism and Postmodernism (Routledge: London, 1992).on p.

[3] G. Irzik, “Commercialization of Science in a Neoliberal World” in Ayse Bugra, Kaan Agartan, eds., Reading Karl Polanyi for the Twenty-First Century: Market Economy as a Political Project (Palgrave, London 2007); H. Radder “Mertonian values, scientific norms and the commodification of academic research” in H. Radder, ed., The commodification of academic research: analyses, assessments, alternatives (University of Pittsburgh Press, Pittsburgh 2010); C. McSherry, Who owns academic work? (Harvard University Press, Cambridge 2001); D.B. Resnik, The price of truth: How Money Affects the Norms of Science (Oxford University Press, 2007); S. Shapin, The Scientific Life: a moral history of a late modern vocation (Chicago University Press, 2008).

[4] Foreign Policy, December 2010, http://www.foreignpolicy.com/issues/183/contents (accessed on January 25, 2013).

[5] Έχει ενδιαφέρον να μελετηθεί η ιστοσελίδα του http://jhfowler.ucsd.edu/.

[6] James Fowler, Laura Baker, Christopher Dawes, “Genetic Variation in Political Participation”, American Political Science Review, May 2008, 102: 233-248, στη σελ.233.

[7] James H. Fowler, Christopher T. Dawes, “Two Genes Predict Voter Turnout,” Journal of Politics, July 2008, 70: 579-594, στη σελ.579.

[8] James H. Fowler, Darren Schreiber, “Biology, Politics, and the Emerging Science of Human Nature,” Science, 7 November 2008, 322: 912-914, στη σελ.912.

Advertisements

3 comments on “Επιστημονική Εκλαΐκευση και Ηγεμονική Ιδεολογία

  1. Ο/Η Ο Μπόλεκ λέει:

    Η ηγεμονική ιδεολογία όπως την εννοεί ο Γκράμσι έχει έναν υλικό φορέα ο οποίος δεν κατονομάζεται πουθενά στο κείμενο: είναι η αστική τάξη. Αυτή η αλα καρτ αναφορά στον Γκράμσι (ο οποίος ήταν μαρξιστής/κομμουνιστής μέχρι το θάνατο του και, φυσικά, ως μαρξιστής, δεν συνέβαλε στη εμπέδωση της τεχνοκρατίας, ούτε θεωρούσε την επιστήμη αξιολογικά ουδέτερη· καλό είναι όταν εκτοξεύονται τέτοιες κατηγορίες ενάντια στον μαρξισμό να τεκμηριώνονται, έστω και στοιχειωδώς), που τον οικειοποιείται διαστρεβλώνοντας τον, έχει καταντήσει γελοία.

    Ο μαρξισμός αρνείται να τοποθετηθεί καν στην προβληματική του κειμένου γιατί είναι εξόχως παραπλανητικό να αποσπώνται τα ζητήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας από τη διαλεκτική παραγωγικών δυνάμεων – παραγωγικών σχέσεων. Απ’ την άλλη, είναι αλήθεια ότι η (φαινομενική μόνο) αυτονόμηση της τεχνολογίας από τις κοινωνικές διεργασίες, αυτή η ιδιότυπη «υποστασιοποίηση» της στην αστική κοινωνία, συνιστά μία από τις θεμελιωδέστερες μυστικοποιήσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας. Είναι, όμως, εξίσου αληθές ότι ήταν πρώτος ο μαρξισμός αυτός που ξεσκέπασε την εν λόγω μυστικοποίηση.

  2. Ο/Η lolek λέει:

    Ωραίο το μπλοκ παιδιά, αλλά κάντε κάτι με τα γράμματα.

    Ο Μπόλεκ ωραία τα λέει και αυτός αλλά εκείνο που δεν καταλαβαίνει αυτός ως μαρξιστής (από ό,τι φαίνεται) είναι η μυστικοποίηση που παράγει η διαλεκτική ως τεχνολογία και φορμαλισμός σκέψης.

    φιλάκια,

    (lol)εκ

  3. Ο/Η Ο Μπόλεκ λέει:

    Ω, ουρανοί! «…η μυστικοποίηση που παράγει η διαλεκτική ως τεχνολογία και φορμαλισμός σκέψης». Τι διάολο σημαίνει αυτό; Τι σχέση έχει η διαλεκτική λογική με την φορμαλιστική σκέψη; Και τι συνιστά «φορμαλιστική σκέψη»; Ο θεωρητικός δογματισμός; Η σκέψη που έχει μόνο μορφή αλλά όχι περιεχόμενο; Ειλικρινά, δεν βγάζω ούτε άκρη ούτε νόημα. Ο πολύς μεταμοντερνισμός (ο κονστρουκτιβισμός δε) κάνει ζημιά μου φαίνεται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s